πισινός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πισινός πισινή πισινό
γενική πισινού πισινής πισινού
αιτιατική πισινό πισινή πισινό
κλητική πισινέ πισινή πισινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πισινοί πισινές πισινά
γενική πισινών πισινών πισινών
αιτιατική πισινούς πισινές πισινά
κλητική πισινοί πισινές πισινά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πισινός < πίσω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πισινός

  1. που βρίσκεται ακριβώς από πίσω, ο από πίσω
    τα άλογα τινάζουν με δύναμη τα πισινά τους πόδια όταν είναι εκνευρισμένα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πισινός αρσενικό

  1. τα οπίσθια, το τμήμα του σώματος ανθρώπων και ζώων που βρίσκεται στο πίσω μέρος της λεκάνης

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]