όροφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όροφος όροφοι
γενική ορόφου ορόφων
αιτιατική όροφο ορόφους
κλητική όροφε όροφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

όροφος < αρχαία ελληνική ὄροφος < ἐρέφω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɔ.ɾɔ.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

όροφος αρσενικό

  1. χώρος οικοδομής ανάμεσα σε δύο οροφές που αποτελείται από ένα ή περισσότερα διαμερίσματα που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο (ο όρος δεν εφαρμόζεται στο υπόγειο, το ισόγειο, ή τον ημιώροφο)
    πρώτος όροφος
    τρίτος όροφος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]