Stock

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Stock (de) αρσενικό

  1. όροφος
  2. μαγκούρα
  3. (βοτανική) θάμνος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Stock αρσενικό ή θηλυκό

  • Familienforschung in Westpreußen, ανακτήθηκε στις 20/8/2023 [1], [2]



Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Stock < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Stock αρσενικό ή θηλυκό

  • Top 10.000 des noms de famille en Belgique au 1/01/2017, Statbel, Βελγικό Στατιστικό Γραφείο, ανακτήθηκε στις 1/8/2023, [3]: Το επώνυμο αυτό εμφανίζεται στις Περιοχές: Belgique, Flandre, Wallonie του Βελγίου



Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Stock < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Stock αρσενικό ή θηλυκό

  • Top 10.000 des noms de famille en Belgique au 1/01/2017, Statbel, Βελγικό Στατιστικό Γραφείο, ανακτήθηκε στις 1/8/2023, [4]: Το επώνυμο αυτό εμφανίζεται στις Περιοχές: Belgique, Flandre, Wallonie του Βελγίου



Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Stock < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Stock αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden [5]