υπόγειο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπόγειο υπόγεια
γενική υπογείου υπογείων
αιτιατική υπόγειο υπόγεια
κλητική υπόγειο υπόγεια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπόγειο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: υπόγειος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπόγειο ουδέτερο

  1. όροφος κτίσματος ο οποίος βρίσκεται κάτω από το επίπεδο της επιφάνειας του εδάφους
    στο υπόγειο έχουμε ένα κελάρι και το πλυσταριό
    τα γραφεία των επιστημόνων βρίσκονται στο τρίτο υπόγειο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

υπόγειο