πάπλωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πάπλωμα παπλώματα
γενική παπλώματος παπλωμάτων
αιτιατική πάπλωμα παπλώματα
κλητική πάπλωμα παπλώματα
πάπλωμα σε κρεβάτι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πάπλωμα < μεσαιωνική ελληνική πάπλωμα < πέπλωμα ή από το ἐφάπλωμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πάπλωμα

  • σκέπασμα για το κρεβάτι που αποτελείται εξωτερικά από ύφασμα διακοσμημένο με διάφορα σχέδια και είναι εσωτερικά γεμισμένο με πούπουλα ή άλλο θερμομονωτικό υλικό

Εκφράσεις[]

  • ο καβγάς είναι για το πάπλωμα: το επίμαχο ζήτημα είναι το οικονομικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]