παπλωματάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παπλωματάκι παπλωματάκια
γενική
αιτιατική παπλωματάκι παπλωματάκια
κλητική παπλωματάκι παπλωματάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παπλωματάκι < πάπλωμα + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παπλωματάκι ουδέτερο

  1. μικρό πάπλωμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε πάπλωμα