Μετάβαση στο περιεχόμενο

σεντόνι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σεντόνι τα σεντόνια
      γενική του σεντονιού των σεντονιών
    αιτιατική το σεντόνι τα σεντόνια
     κλητική σεντόνι σεντόνια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σεντόνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σεντόνι[1] < ελληνιστική κοινή σινδόνιον < αρχαία ελληνική σινδών[2]  δείτε εκεί για περαιτέρω ετυμολογία.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /senˈdo.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σεντόνι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σεντόνι ουδέτερο

  1. ύφασμα με τέσσερις πλευρές και μεγάλες διαστάσεις, ποικίλων χρωμάτων και σχεδίων, που χρησιμοποιείται για το στρώσιμο του κρεβατιού ή για σκέπασμα με ή χωρίς κουβέρτα ή πάπλωμα
      Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, [] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια αρκετά, και την έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη - να τους σέρνω, χλωμούς κι αλλόφρονες, τσιτσίδι κάτω από ένα πρόχειρο σεντόνι ή κουβέρτα, τρέμοντας και κλαίγοντας ή βρίζοντάς μας ή τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αν τους αφήναμε.
    Πανσέληνος Αλέξης, Ο κουτσός άγγελος, αρχική δημοσίευση από τις εκδόσεις Κέδρος: (2002), [ηλεκτρονικό βιβλίο], εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα 2021, ISBN 9786180328189, @google.gr/books
  2. (συνεκδοχικά) το κρεβάτι που έχει στρωθεί με σεντόνι
  3. (μεταφορικά) μεγάλου μήκους χαρτί για τυπογραφική χρήση, το οποίο τυλίγεται σε κύλινδρο
  4. (μεταφορικά) άρθρο ή, γενικότερα, δημοσίευμα με μεγάλη έκταση αλλά χωρίς ενδιαφέρον
  5. (μεταφορικά) μακροπερίοδος γραπτός λόγος χωρίς σημεία στίξης

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. σεντόνι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  2. σεντόνι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  • σεντόνι -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σεντόνι < ελληνιστική κοινή σινδόνιον, με τροπή [si > se], διατήρηση της προφοράς [nd] μέσω της γραφής με ντ[1] και απώλεια της κατάληξης -ον. Η σημασία όπως στα νέα ελληνικά.[1]
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: σεντόνι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /senˈdo.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σεντόνι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σεντόνι[1][2] ουδέτερο

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 3 σεντόνι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. σεντόνι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)