σεντόνι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σεντόνι σεντόνια
γενική σεντονιού σεντονιών
αιτιατική σεντόνι σεντόνια
κλητική σεντόνι σεντόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεντόνι < μεσαιωνική ελληνική σινδόνιον < αρχαία ελληνική σινδών

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Η λατινική sindon θεωρείται δάνειο από την ελληνική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sɛn.ˈdɔ.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σεντόνι ουδέτερο

  1. ύφασμα με τέσσερις πλευρές και μεγάλες διαστάσεις, ποικίλων χρωμάτων και σχεδίων, που χρησιμοποιείται για το στρώσιμο του κρεβατιού ή για σκέπασμα με ή/και με κουβέρτα ή πάπλωμα
  2. (συνεκδοχικά) το κρεβάτι που έχει στρωθεί με σεντόνι
  3. (μεταφορικά) άρθρο ή, γενικότερα, δημοσίευμα με μεγάλη έκταση αλλά χωρίς ενδιαφέρον
  4. (μεταφορικά) μεγάλου μήκους χαρτί για τυπογραφική χρήση, το οποίο τυλίγεται σε κύλινδρο
  5. (μεταφορικά) μακροπερίοδος γραπτός λόγος χωρίς σημεία στίξης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]