μουνόψειρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μουνόψειρα μουνόψειρες
γενική μουνόψειρας
αιτιατική μουνόψειρα μουνόψειρες
κλητική μουνόψειρα μουνόψειρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουνόψειρα < μουνί + ψείρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουνόψειρα θηλυκό

  1. Είδος ψείρας (συνήθως από συκιά κατά το καλοκαίρι) που στο ανθρώπινο σώμα εγκρίνει ως στέγη μόνο τον βουβωνικό χώρο & κυρίως τα γεννητικά όργανα . Την συναντάμε πολύ περισσότερο στην γυναίκα (στο μουνί), εξ ού & το όνομα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]