ψείρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψείρα ψείρες
γενική ψείρας ψειρών
αιτιατική ψείρα ψείρες
κλητική ψείρα ψείρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ψείρα < ελληνιστική κοινή φθείρ, θηλυκό, στην αιτιατική φθεῖρα < αρχαία ελληνική φθείρ, αρσενικό
μια ψείρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ψείρα θηλυκό

  1. άπτερο ζωύφιο που παρασιτεί στο δέρμα του ανθρώπου και των ζώων
    Πάλι τα παιδιά στο σχολείο γέμισαν ψείρες. Πρέπει να ενημερωθούν οι γονείς.
  2. (στον πληθυντικό) τα πολύ μικρά γράμματα
    Συγνώμη, δεν μπορώ να διαβάσω αυτές τις ψείρες, γράψε σε παρακαλώ πιο μεγάλα γράμματα.
  3. (στον πληθυντικό) ανοησίες, βλακείες, ανούσια πράγματα
    Γιατί ασχολείσαι με ψείρες; Δεν με ενδιαφέρει τι φόρεμα φορούσε στη δεξίωση η σταρ!.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]