ψείρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ψείρα | οι | ψείρες |
| γενική | της | ψείρας | των | ψειρών |
| αιτιατική | την | ψείρα | τις | ψείρες |
| κλητική | ψείρα | ψείρες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ψείρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψεῖρα < ελληνιστική κοινή φθείρ (θηλυκό· στην αιτιατική φθεῖρα), με παρετυμολογική σύνδεση του μεσαιωνικού προς το ψύλλα, ψύλλος < αρχαία ελληνική φθείρ (αρσενικό) [1] [2]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ψείρα θηλυκό
- (έντομο) άπτερο ζωύφιο που παρασιτεί στο δέρμα του ανθρώπου και των ζώων
- ※ Ποίος ή ποία καλείται γεγές ή γεγέδισα; Είναι κάτι νεαροί αξούριστοι και ακούρευτοι, με μακριά μαλλούρα, όπου μπορεί άνετα να στεγάζεται και να κυκλοφορεί η ψείρα. Διότι, η ψείρα κατά τον γεγέν, εκφράζει επίσης την εποχή (Μανώλης Νταλούκας, Ελληνικό ροκ: Iστορία της νεανικής κουλτούρας από τη γενιά του Xάους μέχρι το θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου: 1945-1990, εκδ. Άγκυρα, 2008, σελ. 185)
Πάλι τα παιδιά στο σχολείο γέμισαν ψείρες. Πρέπει να ενημερωθούν οι γονείς.
- (μεταφορικά στον πληθυντικόμ ψείρες) τα πολύ μικρά γράμματα
Συγνώμη, δεν μπορώ να διαβάσω αυτές τις ψείρες, γράψε σε παρακαλώ πιο μεγάλα γράμματα.
- (μεταφορικά, στον πληθυντικό ψείρες) ανοησίες, βλακείες, ανούσια πράγματα
Γιατί ασχολείσαι με ψείρες; Δεν με ενδιαφέρει τι φόρεμα φορούσε στη δεξίωση η σταρ!.
- (μεταφορικά) πολύ μικρό ακουστικό ή μικρόφωνο (συνήθως στερεωμένο έτσι ώστε να μην είναι ορατό)
- (μεταφορικά, κομμωτική) μικρό κοκαλάκι συνώνυμο του κκάμερ
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ψείρα
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ψείρα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- ψείρα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ψείρα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Έντομα (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Κομμωτική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)