ψείρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

μια ψείρα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ψείρα οι ψείρες
      γενική της ψείρας των ψειρών
    αιτιατική την ψείρα τις ψείρες
     κλητική ψείρα ψείρες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψείρα < μεσαιωνική ελληνική ψείρα < ελληνιστική κοινή φθείρ (θηλυκό· στην αιτιατική φθεῖρα) < αρχαία ελληνική φθείρ (αρσενικό)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψείρα θηλυκό

  1. (εντομολογία) άπτερο ζωύφιο που παρασιτεί στο δέρμα του ανθρώπου και των ζώων
    ※ Πάλι τα παιδιά στο σχολείο γέμισαν ψείρες. Πρέπει να ενημερωθούν οι γονείς.
  2. (μεταφορικά) (στον πληθυντικό) τα πολύ μικρά γράμματα
    ※ Συγνώμη, δεν μπορώ να διαβάσω αυτές τις ψείρες, γράψε σε παρακαλώ πιο μεγάλα γράμματα.
  3. (μεταφορικά) (στον πληθυντικό) ανοησίες, βλακείες, ανούσια πράγματα
    ※ Γιατί ασχολείσαι με ψείρες; Δεν με ενδιαφέρει τι φόρεμα φορούσε στη δεξίωση η σταρ!.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]