Μετάβαση στο περιεχόμενο

bit

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bit bits

bit (en)

  1. (a bit, μόνο ενικός, χρησιμοποιείται ως επίρρημα) λίγο, κομμάτι
    παράδειγμα  He’s a bit better today.
    Είναι λίγο/κομμάτι καλύτερα σήμερα.
  2. (a bit, μόνο ενικός) λίγο, κομμάτι, μικρό χρονικό διάστημα ή απόσταση
    παράδειγμα  He lost his balance, swayed a bit and then fell down.
    Έχασε την ισορροπία του, ταλαντεύτηκε λίγο και μετά έπεσε κάτω.
    παράδειγμα  I wanted to walk a bit and that's why I came on foot.
    Ήθελα να περπατήσω κομμάτι και γι' αυτό ήρθα με τα πόδια.
  3. το κομματάκι, μικρό κομμάτι, μικρή ποσότητα
    παράδειγμα  a bit of cheese - κομματάκι τυρί
  4. το κομμάτι, το μέρος, το τμήμα από κάτι μεγαλύτερο
    παράδειγμα  I like the bit about owls in the first chapter.
    Μου αρέσει το κομμάτι για τις κουκουβάγιες στο πρώτο κεφάλαιο.
    παράδειγμα  I will spend the last bit of my vacation in Crete.
    Θα περάσω το τελευταίο μέρος των διακοπών μου στην Κρήτη.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη part
  5. (μόνο ενικός, ανεπίσημο) αρκετά, αρκετός, μεγάλη ποσότητα
    παράδειγμα  I’m quite a bit optimistic.
    Είμαι αρκετά αισιόδοξος.
    παράδειγμα  We spent a fair bit of money.
    Ξοδέψαμε αρκετά χρήματα.
  6. (μαθηματικά, πληροφορική, συντόμευση του binary digit) το μπιτ, το δυφίο, δυφιακός, δυφιακά
    παράδειγμα  bit error - δυφιακό σφάλμα
    παράδειγμα  bit rate - δυφιακός ρυθμός
    παράδειγμα  bit interval - δυφιακό διάστημα
    παράδειγμα  bit signal - δυφιακό σήμα
    παράδειγμα  bit structured - δυφιακά δομημένος
    παράδειγμα  bit mapped - δυφιακά απεικονιζόμενος
  7. η στομίδα χαλιναριού
  8. το τρυπάνι (μόνο το διατρητικό, όχι όλο το δράπανο)
    παράδειγμα  (drill) bits with a cylindrical shank - τρυπάνια με κυλινδρικό στέλεχος
    παράδειγμα  a five millimeter bit - ένα τρυπάνι πέντε χιλιοστών
     δείτε τη λέξη drill
  9. το κέρμα μικρής αξίας

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Υπώνυμα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
ενεστώτας bit
γ΄ ενικό ενεστώτα bits
αόριστος bitted
παθητική μετοχή bitted
ενεργητική μετοχή bitting

bit (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

bit (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bit bits

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bit (fr) αρσενικό



Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bit (tr)