bite

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

bite (en) (αόρ. : bit, παθ. μτχ. : bit/bitten)

  1. δαγκώνω
  2. έχω καλή πρόσφυση (π.χ. για λάστιχα αυτοκινήτου)
  3. τσιμπάω ένα δόλωμα (για ψάρια ή μεταφορικά)
  4. τσιμπάω (για έντομα)
  5. είμαι πολύ δυσάρεστος (για πράγματα πολύ κακής ποιότητας)
  6. αντιγράφω κάτι που είπε άλλος, κλέβω
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: plagiarize

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bite (en)

  1. δάγκωμα, δαγκωματιά (η ενέργεια του δαγκώνω)
  2. η δαγκωματιά (το ίχνος που άφησε ένα δάγκωμα)
  3. το τσίμπημα (το ίχνος που άφησε ένα τσίμπημα εντόμου)
  4. η δαγκωνιά, η δαγκωματιά (μικρή ποσότητα τροφής)
  5. σύντομο γεύμα
  6. κάτι το δυσάρεστο
  7. η ενέργεια της αντιγραφής λόγων άλλου



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

bite < νορμανδική bitter, βουλώνω < αρχαία σκανδιναβική bita, δαγκώνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bit/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
bite bites

bite (fr) θηλυκό

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]



Flag of Latvia.svg Λεττονικά (lv) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bite (lv)