bite

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
bite bites

bite (en)

  1. δάγκωμα, δαγκωματιά (η ενέργεια του δαγκώνω)
  2. η δαγκωματιά (το ίχνος που άφησε ένα δάγκωμα)
  3. το τσίμπημα (το ίχνος που άφησε ένα τσίμπημα εντόμου)
  4. η δαγκωνιά, η δαγκωματιά (μικρή ποσότητα τροφής)
  5. σύντομο γεύμα
  6. κάτι το δυσάρεστο
  7. η ενέργεια της αντιγραφής λόγων άλλου

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας bite
γ΄ ενικό ενεστώτα bites
αόριστος bit
παθητική μετοχή bitten, bit
ενεργητική μετοχή biting
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

bite (en)

  1. δαγκώνω
  2. έχω καλή πρόσφυση (π.χ. για λάστιχα αυτοκινήτου)
  3. τσιμπάω ένα δόλωμα (για ψάρια ή μεταφορικά)
  4. τσιμπάω (για έντομα)
  5. είμαι πολύ δυσάρεστος (για πράγματα πολύ κακής ποιότητας)
  6. αντιγράφω κάτι που είπε άλλος, κλέβω
     συνώνυμα: plagiarize



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

bite < νορμανδική bitter, βουλώνω < αρχαία σκανδιναβική bita, δαγκώνω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bit/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
bite bites

bite (fr) θηλυκό

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]



Λετονικά (lv) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bite (lv)