bitten

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

bitten (en)

  • παθητική μετοχή του ρήματος bite



Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

bitten 

Ρήμα[επεξεργασία]

bitten (de)

  1. (μεταβατικό) ζητώ, παρακαλώ
  2. (αμετάβατο) προσκαλώ
     συνώνυμα: einladen

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη Bitte