Μετάβαση στο περιεχόμενο

snakebite

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
snakebite snakebites

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
snakebite < snake + bite

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

snakebite (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)