μέλισσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μέλισσα οι μέλισσες
      γενική της μέλισσας των μελισσών
    αιτιατική τη μέλισσα τις μέλισσες
     κλητική μέλισσα μέλισσες
όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέλισσα < αρχαία ελληνική μέλισσα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέλισσα θηλυκό

  1. (εντομολογία) (Apis melifera) υμενόπτερο έντομο με δηλητηριώδες κεντρί. Ζει σε κοινωνίες κι εκτρέφεται για το μέλι και το κερί που παράγει
    σμάρι από μέλισσες, κυψέλη μελισσών
    οι εργάτριες, οι κηφήνες και η βασίλισσα απαρτίζουν την κοινωνία των μελισσών
  2. (βοτανική) πολυετές ποώδες φυτό με μορφή θάμνου
     συνώνυμα: μελισσοβότανο, μελίσσοχορτο
  3. ομαδικό παιχνίδι κυρίως για κορίτσια που συνοδεύεται από ένα τραγούδι για τη μέλισσα
    περνά, περνά η μέλισσα με τα μελισσόπουλα....

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μέλισσα μελίσσα μέλισσαι
Γενική μελίσσης μελίσσαιν μελισσῶν
Δοτική μελίσσ μελίσσαιν μελίσσαις
Αιτιατική μέλισσαν μελίσσα μελίσσας
Κλητική μέλισσα μελίσσα μέλισσαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέλισσα < μελιτ- (< μέλι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέλισσα και μέλιττα θηλυκό

  1. (εντομολογία) η μέλισσα