μέλισσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μέλισσα μέλισσες
γενική μέλισσας μελισσών
αιτιατική μέλισσα μέλισσες
κλητική μέλισσα μέλισσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μέλισσα < αρχαία ελληνική μέλισσα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈmɛ.li.sa/
μέλισσα που συλλέγει γύρη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μέλισσα θηλυκό

  1. (εντομολογία) (Apis melifera) υμενόπτερο έντομο με δηλητηριώδες κεντρί. Ζει σε κοινωνίες κι εκτρέφεται για το μέλι και το κερί που παράγει
    σμάρι από μέλισσες, κυψέλη μελισσών
    οι εργάτριες, οι κηφήνες και η βασίλισσα απαρτίζουν την κοινωνία των μελισσών
  2. (βοτανική) πολυετές ποώδες φυτό με μορφή θάμνου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μελισσοβότανο, μελίσσοχορτο
  3. ομαδικό παιχνίδι κυρίως για κορίτσια που συνοδεύεται από ένα τραγούδι για τη μέλισσα
    περνά, περνά η μέλισσα με τα μελισσόπουλα....

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μέλισσα μελίσσα μέλισσαι
Γενική μελίσσης μελίσσαιν μελισσῶν
Δοτική μελίσσ μελίσσαιν μελίσσαις
Αιτιατική μέλισσαν μελίσσα μελίσσας
Κλητική μέλισσα μελίσσα μέλισσαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μέλισσα < μελιτ- (< μέλι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μέλισσα και μέλιττα θηλυκό

  1. (εντομολογία) η μέλισσα