ποώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποώδης < αρχαία ελληνική ποώδης < πόα + -ώδης

Επίθετο[επεξεργασία]

ποώδης, -ης, -ες

  1. που μοιάζει με πόα
  2. ποώδες φυτό - φυτό που έχει μαλακό βλαστό

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]