μέλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μέλι μέλια
γενική μελιού μελιών
αιτιατική μέλι μέλια
κλητική μέλι μέλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέλι < αρχαία ελληνική μέλι (του μέλιτος)
μέλι και μια φέτα ψωμί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέλι ουδέτερο (του μελιού και του μέλιτος, πληθυντικός : τα μέλια, χωρίς γενική)

  1. ημίρρευστη σακχαρούχα ουσία, την οποία παράγουν οι μέλισσες, συνθέτοντάς την από τον χυμό που μαζεύουν από τα άνθη και τα φύλλα των φυτών
  2. (μεταφορικά) άτομο που είναι πολύ "γλυκό" στους τρόπους ή στην εμφάνιση
  3. (μεταφορικά) ευχάριστο άτομο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • έμαθε η γριά στο μέλι (,σώνει και καλά το θέλει): όταν κάποιος καλομαθαίνει, συνήθως σε κάτι που είναι πιο εύκολο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • μέλι στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέλι < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέλι ουδέτερο

  1. το μέλι
  2. γλυκό ρετσίνι διάφορων δέντρων και ειδικότερα της μελιάς
  3. βρασμένο γλυκό ζουμί από φοίνικες