φοίνικας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | φοίνικας | οι | φοίνικες |
| γενική | του | φοίνικα | των | φοινίκων |
| αιτιατική | τον | φοίνικα | τους | φοίνικες |
| κλητική | φοίνικα | φοίνικες | ||
| Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||



Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φοίνικας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φοῖνιξ από την αιτιατική ενικού «τὸν φοίνικα» [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈfi.ni.kas/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φοί‐νι‐κας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φοίνικας αρσενικό
- (δέντρο) αειθαλές τροπικό δέντρο της οικογένειας Palmae ή Arecaceae, το οποίο έχει ψηλό και κυλινδρικό, σχεδόν ίσιο και χωρίς κλαδιά, κορμό που καταλήγει σε θύσανο
- (αιγυπτιακή μυθολογία) ιερό πουλί της αρχαίας Αιγύπτου. Θεωρούνταν ότι ζει αιώνες κι, όταν ένιωθε ότι θα πεθάνει, έμπαινε σε φωτιά από αρωματικά φύλλα, για να αναγεννηθεί από τις στάχτες του
- ※ «...Έχεις φυσικό αντιπυρετικό μέσα σου;» χαμογελάει η Μαρία. «Πού ξέρεις; Μπορεί σε μια προηγούμενη ζωή μου να ήμουν ο μυθικός φοίνικας των Ελλήνων που ξαναγεννιόταν συνεχώς από τις στάχτες του» της λέω. «Ή επτάψυχη γάτα ίσως, αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν είμαι βέβαιος πόσες ψυχές μου απομένουν». (Κωνσταντίνος Κ. Χαρδαβέλλας, Κώστας Χαρδαβέλλας. Το ζεϊμπέκικο του νικητή, εκδ. Πατάκη, 2017)
- (νόμισμα) το πρώτο ασημένιο νόμισμα του ελληνικού κράτους μετά την Τουρκοκρατία
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τροπικό δέντρο
μυθικό πουλί
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ φοίνικας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Δέντρα (νέα ελληνικά)
- Φυτά (νέα ελληνικά)
- Αιγυπτιακή μυθολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Νομίσματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)