στάχτη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : σταχτή, σταχτί

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στάχτη στάχτες
γενική στάχτης σταχτών
αιτιατική στάχτη στάχτες
κλητική στάχτη στάχτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στάχτη < μεσαιωνική ελληνική στάκτη < ελληνιστική κοινή στακτή (κονία) < αρχαία ελληνική στακτός < στάζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stag- (στάζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στάχτη θηλυκό

  1. το υπόλειμμα της καύσης ενός υλικού
    έπεσε η στάχτη του τσιγάρου στο χαλί
  2. (μεταφορικά) ολοσχερής καταστροφή
    τα πάντα έγιναν στάχτη

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]