στάχτη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στάχτη < μεσαιωνική ελληνική στάκτη < στακτή (ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του: στακτός) < αρχαία ελληνική στακτός < στάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στάχτη

  1. το υπόλειμμα της καύσης ενός υλικού
    έπεσε η στάχτη του τσιγάρου στο χαλί
    τα πάντα έγιναν στάχτη

Εκφράσεις[]

  • στάχτη στα μάτια: το ξεγέλασμα, η παραπλάνηση
    τόσην ώρα μας έριχνε στάχτη στα μάτια για να μην καταλάβουμε τις μαϊμουδιές που έκανε

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]