κονία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κονία κονίες
γενική κονίας κονιών
αιτιατική κονία κονίες
κλητική κονία κονίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κονία < κόνις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κονία θηλυκό

  1. εύπλαστο μείγμα που αποτελείται από υγρά υλικά και υλικά σε μορφή σκόνης, το οποίο σκληραίνει όταν πήζει, και χρησιμοποιείται κυρίως για τη σύνδεση στερεών οικοδομικών υλικών
  2. (παρωχημένο) αλισίβα για πλύσιμο

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]