σκόνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκόνη σκόνες
γενική σκόνης (σκονών)
αιτιατική σκόνη σκόνες
κλητική σκόνη σκόνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκόνη < αρχαία ελληνική κόνις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈskɔ.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σκόνη θηλυκό

  1. τριμμένο χώμα που αιωρείται στον αέρα ή κατακάθεται αργότερα σε επιφάνειες
    δούλευε στο νταμάρι και είναι γεμάτος σκόνη
    φύσηξε δυνατός αέρας και σήκωσε σκόνη από τους ξερούς χωματόδρομους
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κονιορτός, κουρνιαχτός
  2. στερεή ουσία που έχει τριφτεί και αποτελείται από πολύ μικρούς και λεπτούς κόκκους
    το φάρμακο τάδε διατίθεται σε χάπια και σε σκόνη που διαλύεται στο νερό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πούδρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Εκφράσεις[]

  • κάνω κάποιον σκόνη: τον νικώ θριαμβευτικά, τον εξουθενώνω
  • έφαγε τη σκόνη μου: έτρεχα πολύ γρήγορα και δεν μπορούσε να με φτάσει

32πχ Μεταφράσεις[]