ξεσκονίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεσκονίζω < ξε- + σκονίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεσκονίζω

  1. απομακρύνω τη σκόνη, καθαρίζω
    Πάτησε σ' ένα σκαμνί, να ξεσκονίσει τα παπούτσια της. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)
  2. (μεταφορικά) ξαναθυμάμαι κάνοντας επανάληψη σε κάτι που είχα μάθει πριν από καιρό
    πρέπει να ξεσκονίσω λίγο τα αγγλικά μου
  3. (μεταφορικά) εξετάζω εξονυχιστικά κάτι κάποιον

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]