por

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

por 

Πρόθεση[επεξεργασία]

por (eo)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

por (pl) αρσενικό

  1. πράσο
  2. πόρος (μικρό άνοιγμα)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]