Μετάβαση στο περιεχόμενο

κόνις

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : κονίς

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ κόνῐς αἱ κόνεις
      γενική τῆς κόνιος
& αττικός κόνεως
& κόνεος
τῶν κόνεων
      δοτική τῇ αττικός κόνει
στον Όμηρο κόνι (< κόνιι)
ταῖς κόνεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν κόνῐν τὰς κόνεις
     κλητική ὦ! κόνῐ κόνεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κόνει
γεν-δοτ τοῖν  κονέοιν
Θέμα κονιδ- έχει η κονίς (η κόνιδα).
3η κλίση, Κατηγορία 'πόλις' όπως «πόλις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κόνις < → λείπει η ετυμολογία
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇒ μεσαιωνικά ελληνικά: σκόνη ⇒ νέα ελληνικά: σκόνη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κόνις, γενική: κόνιος, αττικός κόνεως θηλυκό

  1. η σκόνη
  2. στάχτες
    ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 24 (ω. Σπονδαί.), στίχ. 316 (316-317)
    ἀμφοτέρῃσι δὲ χερσὶν ἑλὼν κόνιν αἰθαλόεσσαν | χεύατο κὰκ κεφαλῆς πολιῆς, ἁδινά στεναχίζων.
    στα δυο του χέρια φούχτωσε καμένη στάχτη, | την έριξε στο γκρίζο του κεφάλι, σπαραχτικά θρηνώντας.
    Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
  3. κονίαμα, σοβάς
    ≈ συνώνυμα: κονία

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • με μετακίνηση του τόνου → δείτε τη λέξη κονίς με τον κανόνα του Αίλιου Ηρωδιανού για τα εις -ις της «ουσίας»:
    κονίϲ τὸ ἐπὶ τῆϲ κεφαλῆϲ, κόνιϲ δὲ τὸ χῶμα.

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
κονι-