κονίποδες

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κονίποδες < κόνις και πούς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κονίποδες (αναφέρεται στον πληθυντικό, γενική: των κονιπόδων)

  1. είδος σανδαλιού που κατ' άλλους κάλυπτε μικρό μέρος του ποδιού, κατ' άλλους μεγαλύτερο
  2. το σκονισμένο πόδι