σοβάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σοβάς σοβάδες
γενική σοβά σοβάδων
αιτιατική σοβά σοβάδες
κλητική σοβά σοβάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σοβάς < τουρκική sıva, θέμα του ρήματος sıvamak (επιχρίω, αρχική σημασία: εμποτίζω}[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σοβάς και σουβάς αρσενικό

  1. το υλικό με το οποίο καλύπτονται συνήθως οι εσωτερικοί και εξωτερικοί τοίχοι των κτηρίων και τα ταβάνια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: επίχρισμα, κονίαμα, ασβεστοκονίαμα, πηλάσβεστο
  2. (ειρωνικά) το πολύ και κακόγουστο γυναικείο βάψιμο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.