τέφρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τέφρα οι τέφρες
      γενική της τέφρας των τεφρών
    αιτιατική την τέφρα τις τέφρες
     κλητική τέφρα τέφρες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέφρα < αρχαία ελληνική τέφρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τέφρα θηλυκό

  1. η στάχτη
    1. ό,τι απομένει μετά την αποτέφρωση ενός νεκρού, η σποδός
    2. ηφαιστειακή τέφρα: ηφαιστειακό υλικό (μάγμα) που εκτινάσσεται ψηλά στον αέρα και στερεοποιείται σε σκόνη, η ηφαιστειακή σποδός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]