σποδός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σποδός σποδοί
γενική σποδού σποδών
αιτιατική σποδό σποδούς
κλητική (σποδό) σποδοί


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σποδός < αρχαία ελληνική σποδός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σποδός θηλυκό

  1. η τέφρα από το σώμα ενός νεκρού που αποτεφρώθηκε
  2. η ηφαιστειακή τέφρα
    η Πομπηία θάφτηκε κάτω από την ηφαιστειακή σποδό του Βεζούβιου
    οι περιηγηταί παρατηρούσι πολλάκις βροχάς ερυθράς σποδού

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]