χουρμαδιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Χουρμαδιά ή φοινικιά με χουρμάδες


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χουρμαδιά χουρμαδιές
γενική χουρμαδιάς χουρμαδιών
αιτιατική χουρμαδιά χουρμαδιές
κλητική χουρμαδιά χουρμαδιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χουρμαδιά < χουρμάς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χουρμαδιά θηλυκό

  • ονομασία για ένα είδος φοινικιάς, τη δακτυλοφόρο ("Φοίνιξ ο δακτυλοφόρος"), η οποία παράγει και τους χουρμάδες


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]