μελίσσι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μελίσσι μελίσσια
γενική μελισσιού μελισσιών
αιτιατική μελίσσι μελίσσια
κλητική μελίσσι μελίσσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελίσσι < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μελίσσι ουδέτερο

  1. κυψέλη μέσα στην οποία ζουν μέλισσες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κυψέλη
  2. (μεταφορικά) χώρος που σφύζει από πνεύμα εργατικότητας
  3. (στον πληθυντικό) τα μελίσσια, χώρος που έχει πολλές κυψέλες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]