Μετάβαση στο περιεχόμενο

Biene

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Biene die Bienen
γενική der Biene der Bienen
δοτική der Biene den Bienen
αιτιατική die Biene die Bienen

Προφορά

[επεξεργασία]
ⓘ 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Biene (de) θηλυκό

  • Biene - Duden online.
  • Biene @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).