κερί
Εμφάνιση

Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κερί | τα | κεριά |
| γενική | του | κεριού | των | κεριών |
| αιτιατική | το | κερί | τα | κεριά |
| κλητική | κερί | κεριά | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ιά, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κερί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κερί(ν) < κηρίον < αρχαία ελληνική κηρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ka:r- (κερί)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ceˈɾi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κε‐ρί
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κερί ουδέτερο
- ουσία που εκκρίνουν οι μέλισσες και με την οποία φτιάχνουν την κερήθρα τους
- ※ Δέψη με στυπτηρία, ανθρακική σόδα και κοινό μαγειρικό αλάτι. Για την «αδιαβροχοποίηση» (υδροαπωθητικότητα), εκτός της δέψης, επιχρίονται με κερί ή λίπη. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο "εργοστάσιο" της βιοτεχνικής πόλης, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 187)
- επίμηκες κυλινδρικό αντικείμενο από κερί (ή παραφίνη) που έχει ενσωματωμένο ένα νήμα (φιτίλι) και χρησιμεύει ως πηγή φωτισμού
- κιτρινωπή ουσία που εκκρίνεται από τα αφτιά
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]ιδιωματικά:
Παροιμίες
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- αγιοκέρι
- αλειμματοκέρι
- αποκέρι, απόκερο
- ασπροκέρι
- βουλοκέρι
- δικέρι, δίκερο
- θειαφοκέρι
- κερένιος
- κερήθρα
- κέρινος
- κέρωμα
- κερώνω
- κηραλοιφή
- κηρήθρα
- κηρίο
- κηρο-
- κηρογραφία
- κηροζίνη
- κηρομπογιά
- κηροπήγιο
- κηροπλάστης
- κηροπλαστικός
- κηροποιία
- κηροποιός
- κηροπωλείο
- κηρός
- κηροστάτης
- κηρώδης
- λαμπαδοκέρι, λαμπαδόκερο
- λιανοκέρι, λιανόκερο
- μελισσοκέρι
- νεκροκέρι
- πολυκέρι
- σφραγιδοκέρι
- τρικέρι, τρίκερο
- ψαλιδοκέρι
- ψυχοκέρι
- → δείτε και τη λέξη κηρός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υλικό
Πηγές
[επεξεργασία]- κερί - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- κερί - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- κερί - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κερί ουδέτερο
- άλλη μορφή του κερίν → δείτε τη λέξη κηρίον
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδί' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)