κηρήθρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κηρήθρα κηρήθρες
γενική κηρήθρας κηρηθρών
αιτιατική κηρήθρα κηρήθρες
κλητική κηρήθρα κηρήθρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κηρήθρα < κηρός (: κερί) + -ήθρα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ci.ˈɾi.θɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κηρήθρα

κηρήθρα θηλυκό και κερήθρα

  • τμήμα της κυψέλης, το οποίο αποτελείται από εξάγωνα κέρινα κελιά σε σειρά και το κατασκευάζουν οι μέλισσες, για να αποθηκεύουν το μέλι και τη γύρη αλλά και να τοποθετούν τα αυγά τους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]