Μετάβαση στο περιεχόμενο

wax

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
wax waxes

wax (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  1. το κερί, το υλικό που φτιάχνουν οι μέλισσες
    παράδειγμα  The melted wax from the candle dripped to the floor.
    Το λιωμένο κερί του κεριού έσταξε στο πάτωμα.
    παράδειγμα  wax crayons - κηρομπογιές
  2. το κερί στ' αφτιά
    παράδειγμα  I can’t hear, I have wax in my ears.
    Δεν ακούω, έχω κερί στ’ αυτιά μου.
  3. wax και wax poetic: ενθουσιώδης ομιλία, συχνά λυρική

Σύνθετα

[επεξεργασία]
ενεστώτας wax
γ΄ ενικό ενεστώτα waxes
αόριστος waxed
παθητική μετοχή waxed
ενεργητική μετοχή waxing

wax (en)

  1. (μεταβατικό) κερώνω, καλύπτω μια επιφάνεια με κερί
    παράδειγμα  We waxed the floors last year.
    Κερώσαμε τα πατώματα πέρσι.
  2. (μεταβατικό) κάνω αποτρίχωση με κερί
    παράδειγμα  I wax my legs.
    Κάνω αποτρίχωση με κερί στα πόδια μου.
  3. (αμετάβατο) για το φεγγάρι όταν μεγαλώνει
    παράδειγμα  The moon is waxing.
    Το φεγγάρι μεγαλώνει.
     αντώνυμα: wane