wax
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| wax | waxes |
wax (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- το κερί, το υλικό που φτιάχνουν οι μέλισσες
The melted wax from the candle dripped to the floor.
- Το λιωμένο κερί του κεριού έσταξε στο πάτωμα.
wax crayons - κηρομπογιές
- το κερί στ' αφτιά
I can’t hear, I have wax in my ears.
- Δεν ακούω, έχω κερί στ’ αυτιά μου.
- wax και wax poetic: ενθουσιώδης ομιλία, συχνά λυρική
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | wax |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | waxes |
| αόριστος | waxed |
| παθητική μετοχή | waxed |
| ενεργητική μετοχή | waxing |
wax (en)
- (μεταβατικό) κερώνω, καλύπτω μια επιφάνεια με κερί
We waxed the floors last year.
- Κερώσαμε τα πατώματα πέρσι.
- (μεταβατικό) κάνω αποτρίχωση με κερί
I wax my legs.
- Κάνω αποτρίχωση με κερί στα πόδια μου.
- (αμετάβατο) για το φεγγάρι όταν μεγαλώνει