mum

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mum (en)

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mum (tr)

  • το κερί (το αντικείμενο)