Μετάβαση στο περιεχόμενο

chandelle

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
chandelle chandelles

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
chandelle < παλαιά γαλλική chandele, chandeile, chandoile < λατινική candela

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʃɑ̃.dɛl/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

chandelle (fr) θηλυκό