bletë

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αλβανικά (sq) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bletë (sq) θηλυκό (οριστικός τύπος bleta) (πληθυντικός bletë)

  1. (εντομολογία) μέλισσα