μελισσώνας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Μελισσώνας

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μελισσώνας οι μελισσώνες
      γενική του μελισσώνα των μελισσώνων
    αιτιατική τον μελισσώνα τους μελισσώνες
     κλητική μελισσώνα μελισσώνες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελισσώνας < ελληνιστική κοινή μελισσών < αρχαία ελληνική μέλισσα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μελισσώνας αρσενικό

  1. χώρος (μέρος) διαμονής και εκτροφής μελισσών
  2. χώρος όπου έχουν τοποθετηθεί οι κυψέλες των μελισσών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]