εκτροφή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκτροφή εκτροφές
γενική εκτροφής εκτροφών
αιτιατική εκτροφή εκτροφές
κλητική εκτροφή εκτροφές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκτροφή < αρχαία ελληνική ἐκτροφή < ἐκτρέφω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκτροφή θηλυκό

  1. το να εκτρέφει κάποιος κάτι, ιδίως ζώα για το κρέας τους, το μαλλί τους και το γάλα τους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]