beat

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
beat beats

beat (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας beat
γ΄ ενικό ενεστώτα beats
αόριστος beat
παθητική μετοχή beat, beaten
ενεργητική μετοχή beating
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

beat (en)

  1. χτυπώ
  2. την λέω σε κάποιον, κριτικάρω σφοδρά
  3. (μεταφορικά) φτάνω πριν από κάποιον άλλον
  4. (χυδαίο) αυνανίζομαι

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]