beat

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
beat beats

beat (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας beat
γ΄ ενικό ενεστώτα beats
αόριστος beat
παθητική μετοχή beat, beaten
ενεργητική μετοχή beating
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

beat (en)

  1. χτυπώ
  2. την λέω σε κάποιον, κριτικάρω σφοδρά
  3. (χυδαίο) βαράω μαλακíα, αυνανίζομαι
  4. (χυδαίο) beat off: μαλακίζω άλλον