Μετάβαση στο περιεχόμενο

hit

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Hit

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
hit hits

hit (en)

  1. η επιτυχία, σουξέ, χιτ
  2. το χτύπημα
ενεστώτας hit
γ΄ ενικό ενεστώτα hits
αόριστος hit
παθητική μετοχή hit
ενεργητική μετοχή hitting
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

hit (en)

  1. (μεταβατικό) χτυπάω, φέρνω το χέρι μου, το πόδι μου ή κάποιο αντικείμενο, με πολύ γρήγορες και βίαιες κινήσεις, επάνω σε κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  He hit me on the chin.
    Με χτύπησε στο σαγόνι.
    παράδειγμα  She hit me in the face.
    Με χτύπησε στο πρόσωπο.
    παράδειγμα  Who hit who first?
    Ποιος χτύπησε πρώτος;
    παράδειγμα  He hit his forehead with his hand.
    Χτύπησε το μέτωπό του με το χέρι του.
    παράδειγμα  That boxer hits hard.
    Αυτός ο πυγμάχος χτυπάει σκληρά.
     συνώνυμα:  beat, knock, pelt και strike
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) χτυπάω, επιτίθεμαι σε κάτι ή κάποιον με δύναμη, ειδικά προκαλώντας ζημιά
    παράδειγμα  He was hit by lightning.
    Χτυπήθηκε από κεραυνό.
    παράδειγμα  A truck hit him.
    Τον χτύπησε ένα φορτηγό.
    παράδειγμα  A stone hit the windshield.
    Μια πέτρα χτύπησε το παρμπρίζ.
  3. (μεταβατικό) χτυπάω ένα μέρος του σώματός μου σε κάτι
    παράδειγμα  He fell and hit his head on a step.
    Έπεσε και χτύπησε το κεφάλι του σ‘ένα σκάλι.
  4. (μεταβατικό, συνήθως στην παθητική φωνή) χτυπάω, για σφαίρα, βόμβα κτλ. ή το άτομο που τη χρησιμοποιεί, φτάνω σε ένα άτομο ή πράγμα ξαφνικά και με δύναμη
    παράδειγμα  He was hit in the leg by a bullet.
    Χτυπήθηκε στο πόδι από σφαίρα.
  5. (μεταβατικό και αμετάβατο) χτυπάω, δοκιμάζω, πλήττω, έχει κακή επίδραση σε κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  the epidemic which hit our city - η επιδημία που χτύπησε την πόλη μας
    παράδειγμα  A disaster hit him.
    Τον χτύπησε συμφορά.
    παράδειγμα  His business was hit hard by the oil crisis/by inflation.
    Η επιχείρησή του δοκιμάστηκε σκληρά από την κρίση πετρελαίου/από τον πληθωρισμό.
    παράδειγμα  The regulation hits the lowest paid workers.
    Η ρύθμιση πλήττει τους χειρότερα αμειβόμενους εργαζόμενους.
  6. (μεταβατικό, ανεπίσημο) χτυπάω, ζω κάτι δύσκολο ή δυσάρεστο
    παράδειγμα  The family was hit by three deaths this year.
    Η οικογένεια χτυπήθηκε από τρεις θανάτους φέτος.
    The regulation hits the lowest paid workers.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]