knock

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
knock knocks

knock (en)

ενεστώτας knock
γ΄ ενικό ενεστώτα knocks
αόριστος knocked
παθητική μετοχή knocked
ενεργητική μετοχή knocking

knock (en)

  1. (αμετάβατο) χτυπάω μια πόρτα για να τραβήξω την προσοχή
    Who is knocking on the door?
    Ποιος χτυπάει την πόρτα;
    Go in without knocking.
    Μπες χωρίς να χτυπήσεις.
    He was knocking away at the door with all his might.
    Συνέχισε να χτυπάει την πόρτα μ' όλη του τη δύναμη.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) χτυπάω κάτι δυνατά, συχνά τυχαία
    While he was getting up, he knocked his head on the table.
    Καθώς σηκωνόταν χτύπησε το κεφάλι του στο τραπέζι.
    I accidentally knocked the glass of water over.
    Άθελά μου έδωσα μια στο ποτήρι με το νερό.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη hit
  3. (μεταβατικό) χτυπάω κάτι ώστε να κουνηθεί ή να σπάσει
    Knock the lid in!
    Χτύπα το καπάκι να μπει μέσα!
  4. (μεταβατικό) χτυπάω, βάζω κάποιον ή κάτι σε μια συγκεκριμένη κατάσταση χτυπώντας τον ή το
    I knocked him senseless/flat.
    Τον χτύπησα κι έπεσε αναίσθητος/φαρδύς-πλατύς.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]