knock

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
knock knocks

knock (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας knock
γ΄ ενικό ενεστώτα knocks
αόριστος knocked
παθητική μετοχή knocked
ενεργητική μετοχή knocking

knock (en)

  1. (αμετάβατο) χτυπάω μια πόρτα για να τραβήξω την προσοχή
    Who is knocking on the door?
    Ποιος χτυπάει την πόρτα;
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) χτυπάω κάτι δυνατά, συχνά τυχαία
    I accidentally knocked the glass of water over.
    Άθελά μου έδωσα μια στο ποτήρι με το νερό.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Παράγωγα[επεξεργασία]

Συγγενικά[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]