knock out

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: knockout

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας knock out
γ΄ ενικό ενεστώτα knocks out
αόριστος knocked out
παθητική μετοχή knocked out
ενεργητική μετοχή knocking out

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις knock και out

Ρήμα[επεξεργασία]

knock out (en)

  1. χτυπώ κάτι ή κάποιον
    I accidentally knocked out the glass of water. : άθελά μου έδωσα μια στο ποτήρι με το νερό
  2. (μποξ) βγάζω κάποιον νοκ άουτ
  3. κοιμίζω
    The pill knocked him out for a good three hours. : το χάπι τον κοίμισε/ξέρανε για τρεις ολόκληρες ώρες
  4. εξαντλώ
    Running errands all day really knocked him out. : το τρέξιμο για θελήματα όλη μέρα τον ξέκανε
  5. ολοκληρώνω με μεγάλη βιασύνη
    They knocked out the entire project in one night. : ξεπέταξαν ολόκληρο το project μέσα σε μια νύχτα
     συνώνυμα: knock off
  6. καταστρέφω ένα μηχανισμό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • don't knock yourself out]]