μαλάκυνση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαλάκυνση μαλακύνσεις
γενική μαλάκυνσης
& μαλακύνσεως
μαλακύνσεων
αιτιατική μαλάκυνση μαλακύνσεις
κλητική μαλάκυνση μαλακύνσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαλάκυνση < μαλάκυνσις λέξη της καθαρεύουσας από την ελληνιστική κοινή (στην οποία σήμαινε παράλυση, εξασθένιση) για να αποδοθεί η γαλλική ramollissement

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαλάκυνση θηλυκό

  1. εκφυλιστική ασθένεια του εγκεφαλικού ιστού, η οποία παρουσιάζεται στην τρίτη ηλικία και οφείλεται είτε σε αγγειακά προβλήματα που νεκρώνουν περιοχές του εγκεφάλου είτε σε άλλα αίτια


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]