εκφυλιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εκφυλιστικός εκφυλιστική εκφυλιστικό
γενική εκφυλιστικού εκφυλιστικής εκφυλιστικού
αιτιατική εκφυλιστικό εκφυλιστική εκφυλιστικό
κλητική εκφυλιστικέ εκφυλιστική εκφυλιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκφυλιστικοί εκφυλιστικές εκφυλιστικά
γενική εκφυλιστικών εκφυλιστικών εκφυλιστικών
αιτιατική εκφυλιστικούς εκφυλιστικές εκφυλιστικά
κλητική εκφυλιστικοί εκφυλιστικές εκφυλιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκφυλιστικός < εκφυλίζομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛkfi.li.sti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɛkfi.li.sti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɛkfi.li.sti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εκφυλιστικός, -ή, -ό

εκφυλιστικά νοσήματα
εκφυλιστικά σύνδρομα
εκφυλιστικές αλλοιώσεις
εκφυλιστική άνοια
εκφυλιστική νόσος
εκφυλιστικά φαινόμενα
εκφυλιστικός τρόπος ζωής
τα εκφυλιστικά αίτια της οσφυαλγίας
  • (φυσική) που έχει σχέση με υπέρμετρη βαρυτική πίεση ή συμπίεση

αγγλικά: degenerate, degenerate pressure

εκφυλιστική πίεση
εκφυλιστική σύντηξη
εκφυλιστική σχάση
εκφυλιστική τροχιακή διάταξη
εκφυλιστική ταλάντωση
εκφυλιστικός συντονισμός
εκφυλιστική δυναμική ενέργεια
εκφυλιστικά φαινόμενα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]