μισώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μισώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μισέω, -ῶ[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /miˈso/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μι‐σώ
- ομόηχο: μισό
Ρήμα
[επεξεργασία]μισώ, -είς (μεταβατικό), αόρ.: μίσησα/εμίσησα(λόγιο), απαρ.ε.αόρ.: μισήσει, π.ε.: μισείται/μισιέται, π.αόρ.: μισήθηκε, απαρ.π.αόρ.: μισηθεί, μτχ.π.ε.: μισούμενος(λόγιο), μτχ.π.π.: μισημένος, μτχ.ε.ε.: μισώντας[1]
- νιώθω μίσος για κάποιον ή κάτι, έχω εχθρική διάθεση εναντίον ενός ανθρώπου ή κατάστασης
- (Χρειάζεται παράδειγμα)
- ≈ συνώνυμα: αντιπαθώ, απεχθάνομαι, αποστρέφομαι, εχθρεύομαι, σιχαίνομαι, τρέφω μίσος
- ≠ αντώνυμα: αγαπώ (+αιτιατική), γουστάρω, μου αρέσει (+ονομαστική)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | μισώ | μισούσα | θα μισώ | να μισώ | μισώντας | |
| β' ενικ. | μισείς | μισούσες | θα μισείς | να μισείς | (μίσει) | |
| γ' ενικ. | μισεί | μισούσε | θα μισεί | να μισεί | ||
| α' πληθ. | μισούμε | μισούσαμε | θα μισούμε | να μισούμε | ||
| β' πληθ. | μισείτε | μισούσατε | θα μισείτε | να μισείτε | μισείτε | |
| γ' πληθ. | μισούν(ε) | μισούσαν(ε) | θα μισούν(ε) | να μισούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | μίσησα | θα μισήσω | να μισήσω | μισήσει | ||
| β' ενικ. | μίσησες | θα μισήσεις | να μισήσεις | μίσησε | ||
| γ' ενικ. | μίσησε | θα μισήσει | να μισήσει | |||
| α' πληθ. | μισήσαμε | θα μισήσουμε | να μισήσουμε | |||
| β' πληθ. | μισήσατε | θα μισήσετε | να μισήσετε | μισήστε | ||
| γ' πληθ. | μίσησαν μισήσαν(ε) |
θα μισήσουν(ε) | να μισήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω μισήσει | είχα μισήσει | θα έχω μισήσει | να έχω μισήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις μισήσει | είχες μισήσει | θα έχεις μισήσει | να έχεις μισήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει μισήσει | είχε μισήσει | θα έχει μισήσει | να έχει μισήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε μισήσει | είχαμε μισήσει | θα έχουμε μισήσει | να έχουμε μισήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε μισήσει | είχατε μισήσει | θα έχετε μισήσει | να έχετε μισήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν μισήσει | είχαν μισήσει | θα έχουν μισήσει | να έχουν μισήσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 μισώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)