Μετάβαση στο περιεχόμενο

μισώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μισώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μισέω, -ῶ[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /miˈso/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μισώ
ομόηχο: μισό

μισώ, -είς (μεταβατικό), αόρ.: μίσησα/εμίσησα(λόγιο), απαρ.ε.αόρ.: μισήσει, π.ε.: μισείται/μισιέται, π.αόρ.: μισήθηκε, απαρ.π.αόρ.: μισηθεί, μτχ.π.ε.: μισούμενος(λόγιο), μτχ.π.π.: μισημένος, μτχ.ε.ε.: μισώντας[1]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 μισώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)