αγαπώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαπώ < αρχαία ελληνική ἀγαπάω-ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγαπώ και αγαπάω

  1. έχω πολύ δυνατά αισθήματα προς κάποιον/κάποιαν
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ερωτεύομαι, συμπαθώ
    την αγαπάει τρελά
    Την έφεραν μπροστά στον πατέρα μου και, σαν την είδε, την αγάπησε ευθύς τόσο, που την παντρεύτηκε αμέσως, και σα βασίλισσα του την έφερε στον τόπο του. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
  2. αισθάνομαι κάποια έλξη προς αντικείμενα, ανθρώπους κ.λπ.
    ακριβαγαπώ, μου αρέσει, γουστάρω, λατρεύω, νοστιμεύομαι, συμπαθώ, τρελαίνομαι για
    αγαπάει το καλό κρασί
    αγαπάτε αλλήλους
  3. λέγεται επίσης για φυσικά αντικείμενα ή για ηθικές αξίες
    αγαπάει τη χώρα του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]