ἀγαπάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγαπάω : ή από το ἀγάπη ή αντιστρόφως η ἀγάπη από το ἀγαπάω < ρίζα ἀγα- (πιθανόν συγγενής με το ἄγαν) + ρίζα πα- • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ρήμα[επεξεργασία]

Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  ἀγαπάω-ῶ   ἀγαπώμαι 
Παρατατικός  ἠγάπων   ἠγαπώμην 
Μέλλοντας  ἀγαπήσω   ἀγαπήσομαι - ἀγαπηθήσομαι 
Αόριστος  ἠγάπησα   ἠγαπησάμην - ἠγαπήθην 
Παρακείμενος  ἠγάπηκα   ἠγάπημαι 
Υπερσυντέλικος  ἠγαπήκειν   ἠγαπήμην 
Συντελ.Μέλλ.  ἠγαπηκώς ἒσομαι 

ἀγαπάω - ἀγαπῶ (συνηρημένο) (α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής και υποτακτικής ενεργητικού ενεστώτα)

  1. αγαπώ, μεταχειρίζομαι με στοργή
  2. με δοτική αντικειμένου: αρκούμαι σε αυτό
  3. με κατηγορηματική μετοχή: αρέσκομαι να, με ευχαριστεί να
  4. με απαρέμφατο : συνηθίζω να...

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]