μισέλληνας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

μισέλληνας < αρχαία ελληνική μισέλλην

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μισέλληνας αρσενικό

  1. που έχει μίσος για τους Έλληνες ή την Ελλάδα γενικότερα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]