Έλληνας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Έλληνας Έλληνες
γενική Έλληνα Ελλήνων
αιτιατική Έλληνα Έλληνες
κλητική Έλληνα Έλληνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Έλληνας < αρχαία ελληνική Ἕλλην

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Έλληνας αρσενικό, Ελληνίδα θηλυκό

  1. (εθνικό) αυτός που κατάγεται από την Ελλάδα ή έχει ελληνική ιθαγένεια ή υπηκοότητα
  2. αρχαϊκό και ομηρικό δημωνύμιο συχνά ευρύτερης ή μεταβλητής σημασίας
    • (ομηρικό) ο Φθιώτης, Θεσσαλός της Φθίας (ελληνογεννήτορες Μυρμιδόνες)
    • ο μυκηνόλωσσος - μυκηνόλωττος

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Έλληνας αρσενικό

  1. αρχαίο όνομα μυθικού βασιλιά
  2. αρχαίο ελληνικό όνομα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

για το ουδέτερο χρησιμοποιούνται τα:

  • το Ελληνάκι
  • το Ελληνόπουλο

που σημαίνουν παιδί ή μωρό με ελληνική καταγωγή.
όταν λέμε Ελληνάκος εννοούμε α. ποταπός Έλληνας, β. αδύναμος Έλληνας ή τουλάχιστον που αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα (πχ. εγκλωβισμένος στην ρουτίνα και μη κυνηγός των ονείρων του) (πολύ σπάνια εννοούμε γ. νεαρός Έλληνας). Όταν λέμε Ελληνιδούλα εννούμε σχεδόν πάντα νεαρή Ελληνίδα (πολύ σπάνια β. αδύναμη κοινωνικά, γ. ποταπή). Ελληνάκι λέμε πιο συχνά, ως ανώμαλο ουδέτερο (μερικοί δεν το θεωρούν ανώμαλο ουδέτερο ουσιαστικό του Έλληνας αλλά ξεχωριστό ουσιαστικό) του Έλληνας για παιδί ή μωρό. Επίσης αντί για Ελληνάκι λέμε και Ελληνόπουλο με την ίδια σημασία. Η λέξη Ελληνόπουλος δεν υφίσταται (παρά μόνο σκωπτικά για Πελοποννήσιο της διασποράς, βλ. -όπουλος). Η λέξη Ελληνοπούλα σημαίνει Ελληνιδούλα, νεαρή Ελληνίδα. Η λέξη Ελληνόπουλο όπως το Ελληνάκι στον καθημερινό λόγο δρουν ως ουδέτερα του ουσιαστικού Έλληνας (ανώμαλα σχηματιζόμενα), αλλά άλλοι λεξικογράφοι τα θεωρούν ξεχωριστά ουσιαστικά. Θεωρείται πιο "σύγχρονη" άποψη η εισαγωγή των Ελληνόπουλο και Ελληνάκι υπό του ουσιαστικού Έλληνας ως ανώμαλα (αλλόρριζης κατάληξης) σχηματιζόμενα ουδέτερα με βάση την αρχή της χρήσης των λέξεων και όχι των λεξικογραφικών τύπων και των γραμματικών κανόνων.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]