γενάρχης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γενάρχης οι γενάρχες
      γενική του γενάρχη των γεναρχών
    αιτιατική τον γενάρχη τους γενάρχες
     κλητική γενάρχη γενάρχες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γενάρχης < ελληνιστική κοινή < γένος + -άρχης (< ἄρχω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γενάρχης αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]